Συνολικές προβολές σελίδας

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Λάθος συζητήσεις




Του Διονύση Χιόνη
Δεν ξέρω πως συμβαίνει κάθε φορά να συζητάμε λάθος πράγματα. 
Συζητούσαμε για την πράσινη ανάπτυξη όταν η ελληνική οικονομία βυθιζόταν σε μια από τις μεγαλύτερες κρίσεις της ιστορίας της. Προβληματιζόμασταν για την βοήθεια ως προς την διαχείριση του χρέους μας και θριαμβολογούσαμε για την βοήθεια που θα προερχόταν από την Κίνα, την Ρωσία και την Ε.Ε. όταν όλες οι πόρτες έκλειναν. 
Και συνεχίζουμε απτόητοι να αγνοούμε ότι η τελευταία ευκαιρία για την  αναδιάρθρωση του χρέους είναι οι αποφάσεις της 26ης Οκτωβρίου.
Η αναδιάρθρωση του χρέους που προτείνεται έχει πολλά κενά όπως το μέλλον του ελληνικού ασφαλιστικού συστήματος και των τραπεζών. 
Επίσης κατά την γνώμη μου δεν καταλήγει σε ένα βιώσιμο επίπεδο χρέους αλλά και τοκοχρεολυσίων...


Η εμπειρία από τις αγορές έχει δείξει ότι αυτές είναι αρκετά επιφυλακτικές για επίπεδα χρέους άνω του 110% του ΑΕΠ και τοκοχρεολύσια άνω του 5% του ΑΕΠ
Ωστόσο πρέπει να δούμε πώς μπορούμε να τα βελτιώσουμε και να διαπραγματευτούμε ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Δεδομένου ότι οι αποφάσεις για την αναδιάρθρωση του χρέους θα προδιαγράψουν το μέλλον της ελληνικής οικονομίας και της κοινωνίας για τις επόμενες δεκαετίες θα έπρεπε να βρίσκονται στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου μέχρι και την ολοκλήρωσή του. 
Αποτελεί παγκόσμια πρωτοτυπία ο τρόπος με τον οποίο διεξάγονται (αν διεξάγονται) οι διαπραγματεύσεις μεταξύ δανειστών και Υπουργείου Οικονομίας. 
Αν ανατρέξει κανείς στον τύπο της Ρωσίας, της Αργεντινής, της Ουκρανίας αλλά και άλλων χωρών που βρέθηκαν στην ίδια θέση με αυτή της Ελλάδος τα τελευταία χρόνια θα διαπιστώσει ότι καθ’ όλη την περίοδο της διαπραγμάτευσης για την αναδιάρθρωση του χρέους το αντίστοιχο υπουργείο δημοσιοποιούσε τις θέσεις των μερών έτσι ώστε να υπάρχει μια στοιχειώδης ενημέρωση. 
Στην Ελλάδα ενώ έχουμε μια αναλυτικότατη ενημέρωση για το τέλος ακινήτωνγια την φορολόγηση των καταθέσεων στην Ελβετία και για την απελευθέρωση του επαγγέλματος των οδηγών ταξί  δεν γνωρίζουμε τίποτα γι αυτά που θα μας ακολουθούν τα επόμενα χρόνια.

*Ο Διονύσης Χιόνης είναι Καθηγητής Οικονομικών στο Δημοκρίτειο Παν. Θράκης.

ΕΜΠΡΟΣ για ανάπτυξη

Χρεώνει αποτυχία σε Παπαδήμο το Spiegel



Αθέτηση των ελληνικών υποσχέσεων καταδεικνύει το Spiegel, χαρακτηρίζοντας αποτυχημένη τη μεταβατική κυβέρνηση υπό τον Λουκά Παπαδήμο


Βλέποντας ακόμα και τις πιο επείγουσες μεταρρυθμίσεις στη χώρα να έχουν παγώσει, το Spiegel χρεώνει αποτυχία στη μεταβατική κυβέρνηση Παπαδήμου.
"Η Ελλάδα σπάει την υπόσχεση προς τους επενδυτές της. Η μεταβατική κυβέρνηση με επικεφαλής τον Λουκά Παπαδήμο έχει χάσει την εμπιστοσύνη της στον πληθυσμό της Ελλάδας σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα", αναφέρει.
Το περιοδικό τονίζει ότι ενώ η διχόνοια έχει παραλύσει το Υπουργικό Συμβούλιο, με αποτέλεσμα να σταματήσουν και οι πλέον επείγουσες μεταρρυθμίσεις, ο πρωθυπουργός παραμένει σιωπηλός και στηλιτεύει το γεγονός πως ο ίδιος "σύρεται" πίσω από τη θέληση του αρχηγού της Νέας Δημοκρατίας για το θέμα της ημερομηνίας των εκλογών.
Φιλοξενώντας δηλώσεις του προέδρου του ΣΕΒ, Δημήτρη Δασκαλόπουλου, που ζήτησε να βγει η Ελλάδα από τον εφιάλτη της δραχμής, το Spiegel αναφέρεταιστις κοκορομαχίες στο Υπουργικό Συμβούλιο, πραγματοποιώντας αναφορά στο επεισόδιο Βενιζέλου - Βορίδη για το νομοσχέδιο στη δικαιοσύνη.
Το δημοσίευμα κλείνει με την αναφορά του συντηρητικού, όπως σημειώνει, βουλευτή της Νέας Δημοκρατίας, Γεράσιμου Γιακουμάτου, που ευχήθηκε καλή χρονιά με υγεία και κυρίως καλή τύχη γιατί "υγιείς ήταν και όλοι οι επιβάτες του Τιτανικού αλλά όχι τυχεροί".

News247.gr

Δελτίο Κρίσης, του Γιάννη Βαρουφάκη



Η ΕΚΤ πήρε το όπλο της (αλλά… αστόχησε)

Πριν ένα μήνα, μετά από πιέσεις των ΗΠΑ, της Ινδίας, της Κίνας και του Καναδά, οι ευρωπαίοι ηγέτες είχαν αφήσει να εννοηθεί ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η ΕΚΤ, θα τύπωνε χρήμα ώστε να χρηματοδοτηθούν τα παραπαίοντα κράτη (με προεξάρχουσα την Ιταλία). 
Τότε, οι αγορές ηρέμησαν. Δεν πέρασαν όμως παρά μερικές μέρες για να ακουστεί άλλο ένα nein από το Βερολίνο: 
«Δεν είναι δουλειά της ΕΚΤ να τυπώνει χρήμα για να βοηθούνται οι πτωχευμένοι. Μόνο η λιτότητα και η ασκητική ζωή θα τους βάλει στον χρηστό δρόμο.» 
Κάτι τέτοιο αποφασίστηκε, λίγο-πολύ, και στην τελευταία (αποτυχημένη) Σύνοδο Κορυφής της 9ης Δεκεμβρίου. Κι έτσι η Κρίση επέστρεψε σε όλο της το μεγαλείο....

Προχτές όμως,εκεί που η Λουθερανική χρηματο-ηθική είχε φανεί να αποκλείει το τύπωμα χρήματος από την ΕΚΤ ως μέθοδο καταπολέμησης της Κρίσης, νά'σου η ανακοίνωση της χρονιάς: €489 δις «δημιουργήθηκαν» εν ριπή οφθαλμού από την ΕΚΤ με τα οποία δάνεισε στις τράπεζες της ευρωζώνης για μια περίοδο, έως και τρία χρόνια, με επιτόκιο 1% ετησίως. Τι συνέβη ξαφνικά; Ξεχάστηκε το γερμανικό nein στο μαζικό τύπωμα χρήματος υπό την πίεση της σήψης της ευρωζώνης; Μόνο φαινομενικά. Στην ουσία τίποτα δεν άλλαξε.

Κατ’ αρχάς, να βάλουμε τους αριθμούς στην «θέση» τους: Από τα €489 δις τα οποία «δημιούργησε» η ΕΚΤ υπέρ των τραπεζών, λιγότερα από τα €200 δις αποτελούν πραγματική ενίσχυση. Κι αυτό επειδή οι τράπεζες είχαν ήδη δανειστεί από την ΕΚΤ ποσά περίπου €300 δις τα οποία πλησίαζε η ώρα να τα επιστρέψουν. Έστω. Τα €200 δις σε μια ημέρα δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητο ποσό την ώρα που, μην ξεχνάμε, τα μέλη του ΔΣ της ΕΚΤ έχουν γίνει μαλλιά κουβάρια (με τους εκπρόσωπους της Γερμανίας να καταγγέλλουν τους συναδέλφους τους στην ΕΚΤ, και να παραιτούνται ακόμα) επειδή η ΕΚΤ «τόλμησε» να αγοράσει, όχι σε μια μέρα ή ένα μήνα, αλλά  στην διάρκεια 18 τρικυμιωδών μηνών, ομόλογα των πιεζόμενων κρατών (Ελλάδας, Ιρλανδίας, Πορτογαλίας, Ισπανίας και Ιταλίας) αντίστοιχης αξίας (λίγο πάνω από €200 δις). Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής: Γιατί η γερμανική πλευρά δεν έχει αντίρρηση με το τύπωμα τόσου χρήματος όταν αυτό δανείζεται πάμφθηνα σε πτωχευμένες τράπεζες αλλά δεν συζυτά επ’ ουδενί να δανειοδοτηθούν τα πτωχευμένα κράτη;

Η επίσημη απάντηση, βέβαια, είναι γνωστή τοις πάσι, καθώς επαναλαμβάνεται μονότονα: «Η ΕΚΤ είναι υποχρεωμένη να κρατάει ρευστή την αγορά χρήματος, τον χρηματοπιστωτικό τομέα, αλλά δεν έχει καμία δουλειά να κρατά ρευστό ένα κράτος. Αυτή είναι η δουλειά των φορολογουμένων-πολιτών του: να του δίνουν, και από το υστέρημά τους, αν χρειάζεται, ώστε να παραμένει ρευστό.» Αυτός ο δυισμός βρίσκεται στην βάση του γερμανικού nein στο τύπωμα χρήματος για να χρηματοδοτηθεί π.χ. η Ιταλία. Αυτός ο απόλυτος διαχωρισμός 
(α) του ρόλου της ΕΚΤ ως δανειστή της έσχατης στιγμής στις τράπεζες από 
(β) τον ρόλο δανειστή, ή τουλάχιστον, διαχειριστή των οικονομικών, των κρατών, εξηγεί τα δύο μέτρα και τα δύο σταθμά: το πώς δηλαδή λιθοβολούν όποιον μιλήσει για την χρηματοδότηση από την ΕΚΤ των πτωχευμένων κρατών με τυπωμένο χρήμα την ίδια στιγμή που δεν έχουν κανένα πρόβλημα με την εκτύπωση χρήματος υπέρ των πτωχευμένων τραπεζών.

Το θέμα όμως είναι ότι, αν αφήσουμε στην άκρη το πιο πάνω ιδεολόγημα, και μελετήσουμε τι γίνεται στην πραγματικότητα, αποκαλύπτεται σε όλο της το μεγαλείο η υποκρισία και η συλλογική ηλιθιότητα της εμμονής σε αυτόν τον διαχωρισμό. Για να μην γενικολογώ, ας βάλουμε κάτω από το μικροσκόπιο την προχθεσινή χιονοστιβάδα τυπωμένου (από την ΕΚΤ) χρήματος το οποίο κατέκλυσε τις ευρωπαϊκές τράπεζεςΠοιος ήταν ο στόχος του Προέδρου της ΕΚΤ, του κ. Draghi; Τι έλπιζε η κα Merkel από αυτή την επιθετική κίνηση της ΕΚΤ;  
Τρία πράγματα, είναι η απάντηση.
Πρώτον, την ενίσχυση των υπό κατάρρευση τραπεζών ολόκληρης της ευρωζώνης.  
Δεύτερον, την αποκατάσταση, σε κάποιο βαθμό, του δανεισμού της μίας τράπεζας από τις υπόλοιπες (κάτι που είχε σταματήσει καθώς καμία τράπεζα δεν εμπιστεύεται άλλη τράπεζα).  
Τρίτον, την έμμεση ενίσχυση των κρατών που δυσκολεύονται να δανειστούν στις αγορές.

Πώς θα πετύχαιναν αυτά τα τρία τρυγόνια με έναν μόνο σμπάρο;
 Ως εξής:
Ο πρώτος στόχος ήταν άμεσα συνυφασμένος με τον τρίτο. Η ιδέα παλαιά και, κατά την άποψη της ΕΚΤ, δοκιμασμένη: Δίνει μια, π.χ., ισπανική τράπεζα ό,τι εχέγγυα διαθέτει  στην ΕΚΤ (που μπορεί πλέον να είναι και «απόβλητα», μιας και η ΕΚΤ δεν τα πολύ-ψειρίζει καθώς οι τράπεζες έχουν ξεμείνει από καλής ποιότητας περιουσιακά στοιχεία) από την οποία δανείζεται, στο πλαίσιο της προχθεσινής μαζικής «παραγωγής» χρήματος από την ΕΚΤ, ένα βουνό ευρώ. Τα χρήματα αυτά τα δανείζεται για τρία χρόνια με επιτόκιο 1%. Αμέσως, το ισπανικό κράτος εκδίδει τριετή ομόλογα με επιτόκιο κοντά στο 4% τα οποία τα αγοράζει η συγκεκριμένη τράπεζα. Έτσι, για τα τρία επόμενα χρόνια η τράπεζα τσεπώνει την διαφορά τόκων (4% μείον 1% = 3% επί το ποσό ομολόγων που αγόρασε) ενισχύοντας τα κεφάλαιά της (ECB carry trade λέγεται αυτό στην αγορά). Παράλληλα, το ισπανικό κράτος μόλις κατάφερε να δανειστεί με 4% χωρίς να έχει ανάγκη τους ιδιώτες-επενδυτές που δεν έχουν καμία όρεξη να δανείσουν ένα από τα προβληματικά κράτη της ευρωζώνης ούτε για 5% ή και 6%. Τέλος, όσον αφορά τον δεύτερο στόχο (εκείνο της αποκατάστασης της δια-τραπεζικής αγοράς), η ιδέα ήταν ότι αν οι τράπεζες και το δημόσιο βοηθηθούν από αυτήν την τονωτική ένεση της ΕΚΤ, τότε, σιγά-σιγά, η εμπιστοσύνη που λείπει μεταξύ τραπεζιτών και μεταξύ τραπεζιτών και δημοσίου θα επανέλθει.

Αυτό ήταν το σκεπτικό. Η ελπίδα. Η μεγάλη προσδοκία. Ουαί και αλλοίμονο όμως, η πραγματικότητα άλλη μια φορά σχίζει τα πλάνα των ηγετών μας σε μικρά-μικρά κομματάκια τα οποία κατόπιν αφήνει να τα πάρει ο αέρας για να μας θυμίζουν, κάθε φορά που τα βλέπουμε να παρασύρονται, την μεγάλη ευρωπαϊκή μας αποτυχία. Μήπως τα παραλέω; Μήπως έχω συνηθίσει τους τελευταίους 18 μήνες να προσδοκώ τα χειρότερα από τους ηγέτες μας; Πιστεύω πως όχι. Ειλικρινά σας λέω ότι, προχθές, όταν έμαθα για αυτή την τονωτική ένεση από την ΕΚΤ, έστω και στις τράπεζες, αναθάρρησα. Σκέφτηκα ότι κάτι κινείται. Πράγματι, στον βαθμό που οι γονατισμένες τράπεζες έδειξαν σημάδια ότι μπορεί και να σηκωθούν ξανά όρθιες, αυτή η κίνηση της ΕΚΤ έχει θετικά στοιχεία. Όμως, και εδώ έγκειται η πηγή της απαισιοδοξίας μου, σε καμία περίπτωση δεν αντιμετωπίζει την Κρίση. Αν μη τι άλλο, εξακολουθεί να επιβραβεύει τις συμπεριφορές των τραπεζιτών που αποτελούν μέγιστο μέρος του προβλήματος, βασική συνιστώσα της Κρίσης.

Δύο είναι, λοιπόν, οι λόγοι που αυτή η κίνηση της ΕΚΤ δεν μπορεί να απειλήσει την Κρίση, παρά τα μεγάλα ποσά που ακούμε. Ο ένας είναι ότι στην καλύτερη περίπτωση (το «καλό σενάριο») εμφυσά στις τράπεζες ένα πολύ μικρό μέρος των κεφαλαίων που τους λείπουν ώστε να πάψουν αν είναι, επί της ουσίας, χρεωκοπημένες. Επιπλέον, κι εδώ έχουμε ένα δείγμα εγκληματικής συμπεριφοράς τραπεζών (με την ανοχή της ΕΚΤ), δεν είναι καθόλου σίγουρο για το εάν οι τράπεζες χρησιμοποιούν τα τυπωμένα χρήματα της ΕΚΤ για να αλαφρώνουν το βάρος του δημόσιου χρέους (αγοράζοντας κρατικά ομόλογα). Το «κακό σενάριο», με άλλα λόγια (και όπως θα δούμε πιο κάτω), είναι ότι η ενίσχυση με ρευστότητα των πτωχευμένων τραπεζών όχι μόνο δεν βοηθά αρκετά τα πτωχευμένα κράτη αλλά κάνει και κακό από πάνω!

Θα μου επιτρέψετε αυτά τα δύο διαφορετικά ζητήματα να τα πάρω με την σειρά. Αρχίζω με το «καλό σενάριο»: 
Έστω ότι οι τράπεζες κάνουν αυτό που περιγράψαμε παραπάνω. Χρησιμοποιούν όλα τα δανεικά από την ΕΚΤ για να αγοράσουν νέα ομόλογα του κράτους τους, κερδίζοντας οι ίδιες αλλά και βοηθώντας τον δημόσιο τομέα της χώρας τους. 
Για τι ποσά μιλάμε; Πόσο θα ωφεληθούν οι ίδιες οι τράπεζες; 
Αν η διαφορά μεταξύ του επιτοκίου των κρατικών ομολόγων που αγοράζουν και εκείνου του «συμβολικού» 1% που πληρώνουν στην ΕΚΤ κυμαίνεται μεταξύ 3% και 4%, τότε μιλάμε για ένα συνολικό όφελος των τραπεζών της ευρωζώνης της τάξης των €6 με €8 δις. Αν σκεφτούμε όμως ότι, σύμφωνα με την ίδια την ΕΕ, οι τράπεζες χρειάζονται €110 δις, ή €200 με €400 δις σύμφωνα με το ΔΝΤ, τι να σου κάνουν τα €6 με €8 δις; Θα μου πείτε: Από το τίποτα, καλά είναι και αυτά, ιδίως αν την ίδια ώρα διοχετεύονται €200 δις προς τα αναξιοπαθούντα κράτη-μέλη της ευρωζώνης. Σωστά, αλλά η Κρίση δεν θα γιατρευτεί με τέτοια νούμερα.

Πάμε τώρα στο «κακό σενάριο». Εδώ και καιρό, η «πιάτσα» βουίζει (και εδώ στην Ελλάδα αλλά και σε χώρες όπως η  Ιρλανδία και η Πορτογαλία) από ένα ωραίο κολπάκι των τραπεζιτών, το οποίο απαιτεί την αγαστή συνεργασία των πολιτικών αρχών του κράτους στο οποίο έχουν την έδρα τους. Κοιτάξτε τι κάνουν: Η τράπεζα εκδίδει δικά της ομόλογα – ιδιωτικά. Με άλλα λόγια, συμβόλαια δανεισμού. Ως εδώ καλά. Ο κάθε οργανισμός, δημόσιος ή ιδιωτικός, έχει δικαίωμα να εκδίδει δικά του ομόλογα – να προσπαθεί να δανειστεί. Το πρόβλημα βέβαια είναι ότι, καθώς οι τράπεζες είναι ημι-πτωχευμένες, κανείς δεν αγοράζει αυτά τα ομόλογα. Και τότε; Τότε ο τραπεζίτης κάνει ένα ωραίο lunch με κάποιον υπουργό ή υφυπουργό και τον πείθει να εκδώσει το κράτος εγγύηση για αυτά τα ομόλογα της τράπεζάς του. Ουσιαστικά, το δημόσιο εγγυάται στον κάτοχο των ομολόγων της αναξιόπιστης αυτής τράπεζας ότι θα πάρει τα χρήματά του πίσω από… τον φορολογούμενο (σε περίπτωση που η τράπεζα του τραπεζίτη δεν μπορεί να αποπληρώσει το δάνειο αυτό). Βέβαια, καθώς και το εν λόγω κράτος τελεί υπό πτώχευση, οι ιδιώτες δεν θα αγόραζαν αυτά τα ιδιωτικά ομόλογα (παρά την κρατική εγγύηση) παρά μόνον αν τους απέδιδαν μεγάλα επιτόκια (αντίστοιχα με αυτά που δανείζουν στο δημόσιο). Το αυτί όμως του τραπεζίτη δεν ιδρώνει. Γιατί; Επειδή, έτσι κι αλλιώς, δεν εξέδωσε τα ομόλογα αυτά για να τα πουλήσει στην αγορά αλλά για να τα καταθέσει στην ΕΚΤ ως εχέγγυα ώστε να δανειστεί ζεστό χρήμα από αυτήν! Θα ρωτήσετε, πολύ σωστά: Γιατί δέχεται η ΕΚΤ αυτά τα ομόλογα της συγκεκριμένης τράπεζας, όταν ξέρει ότι τα εξέδωσε για να… δανείσει (μέσω ΕΚΤ) τον εαυτό της; Ο επίσημος λόγος είναι ότι η ΕΚΤ δεν μπορεί να πει όχι από την στιγμή που για τα ομόλογα αυτά έχει εγγυηθεί ένα κράτος της ευρωζώνης! Συνειδητοποιείτε το έγκλημα; Είναι σαν εγώ να δανείζω τον εαυτό μου, να βάζω το δημόσιο να εγγυάται αυτό το δάνειο και μετά να καταθέτω αυτό το δάνειο ως εχέγγυο σε έναν τρίτο από τον οποίο να δανείζομαι για να καλύψω τα χρήματα που έχασα στο Καζίνο. Κι αν δεν καταφέρω να αποπληρώσω τον τρίτο, τότε δεν πειράζει: θα τα σκάσει το κορόιδο, το δημόσιο.

Θα με ρωτήσετε: Μα, γίνονται τέτοια πράγματα; 


ΕΜΠΡΟΣγια ανάπτυξη

2012, ΕΞΟΔΟΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΡΙΣΗ



eurozone-3-thumb-largeΕάν δεν βρεθεί σύντομα λύση, η Ευρώπη θα διαλυθεί, ενώ θα ξεσπάσουν πολλοί διαφορετικοί πόλεμοι, μπροστά από τις πόρτες των σπιτιών μας - οι οποίοι θα ενταθούν από ένα κύμα μεταναστών που θα εισβάλλει στην πλούσια Δύση
Για να μπορέσει η Ελλάδα όχι μόνο να ξεφύγει από την κρίση, αλλά να τα καταφέρει να γίνει η ωραιότερη, η πλουσιότερη και η πιο πολιτισμένη χώρα του κόσμου (άρθρο μας), όπως αξίζει σε όλους τους Έλληνες, πρέπει να ξέρει τι θέλει, να το θέλει πραγματικά και να προσπαθήσει να το επιτύχει με όλες τις δυνάμεις της – εντός του 2012 και μέσα στο Ευρώ, όχι μόνο επειδή έχει ανάγκη την Ενωμένη Ευρώπη για την ασφάλεια της, αλλά και γιατί η έξοδος της, κάτω από τις σημερινές συνθήκες, θα ήταν απλά μία ομολογία συλλογικής αποτυχίας: μία πληγή, η οποία πάρα πολύ δύσκολα θα έκλεινε στο μέλλον.
Εάν θέλουμε να τα καταφέρουμε, μπορούμε να το κάνουμε, χρησιμοποιώντας στην ανάγκη δικά μας μέσα – ενώ οφείλουμε να προσέξουμε στο μέλλον, απαιτώντας από οποιαδήποτε κυβέρνηση επιλέξουμε, από την ΕΕ επίσης, τη συμμετοχή μας στις βασικές αποφάσεις, οι οποίες θα αφορούν το μέλλον μας. Η εγκατάσταση της άμεσης δημοκρατίαςστην Ελλάδα είναι απόλυτη προτεραιότητα αφού, σε αντίθεση με όλες τις άλλες χώρες της Ευρωζώνης, η Ελληνική κρίση οφείλεται σχεδόν αποκλειστικά στην Πολιτική - πολύ λιγότερο σε άλλους παράγοντες, όπως για παράδειγμα πολιτιστικούς, κοινωνικούς ή οικονομικούς.
Σε κάθε περίπτωση, έχουμε την άποψη ότι, μετά το πρώτο εξάμηνο του 2012 θα τελειώσει η κρίση χρέους στην Ευρωζώνη – είτε διατηρηθεί το κοινό νόμισμα, όπως εμείς τουλάχιστον ελπίζουμε, είτε όχι. Το ίδιο θα συμβεί και στην Ελλάδα – η ύφεση θα ολοκληρωθεί δηλαδή, είτε χρεοκοπήσει λόγω πολιτικής ανικανότητας, είτε όχι. Τέλος, η αλληλεγγύη μεταξύ των χωρών-μελών της ΕΕ και των κοινωνικών τάξεων, μπορεί να εξασφαλίσει το μέλλον όλων μας: μέσα από μία «λειτουργικότερη» αναδιανομή των εισοδημάτων και των περιουσιακών στοιχείων, η οποία θα οδηγήσει ξανά στην αύξηση της απασχόλησης και στην ανάπτυξη”.
Ανάλυση
ΠερίληψηΟι μεγάλες ευθύνες της χώρας μας, οι γερμανικές ευθύνες, τα δήθεν ευεργετικά αποτελέσματα της υιοθέτησης εθνικών νομισμάτων, η δικτατορία των τραπεζών, η σημασία της ΕΚΤ για την έξοδο της Ευρωζώνης από την κρίση, η γερμανική πληθωριστική υστερία, ο πλούτος των εθνών (πίνακες με την κατανομή των περιουσιακών στοιχείων ανά τον κόσμο), η αναγκαιότητα της αναδιανομής εισοδημάτων και περιουσιακών στοιχείων για την επιβίωση της Δύσης, οι τεράστιες μελλοντικές απειλές για τις πλούσιες χώρες, η υποχρέωση άμεσης, ριζικής επίλυσης των οικονομικών προβλημάτων και οι προβλέψεις μας για το 2012.
Κανένας δεν ισχυρίζεται ότι, εμείς οι Έλληνες είμαστε άμοιροι ευθυνών για όλα όσα συμβαίνουν στην οικονομία μας – για τη διαπλοκή, για τη διαφθορά, για την απίστευτη έλλειψη προγραμματισμού, για την ανυπαρξία επιχειρηματικού πλαισίου, για την ανεπάρκεια της πολιτικής, για τον αντιπαραγωγικό δημόσιο τομέα, για τη μειωμένη φορολογική συνείδηση (αν και οφείλεται κυρίως στη μηδενική σχεδόν ανταποδοτικότητα των φόρων), για τα ελλείμματα και για τα χρέη.
Εν τούτοις, τίποτα από όλα αυτά δεν νομιμοποιεί τις απίστευτες επιθέσεις των γερμανικών κυρίως ΜΜΕ και τον σκόπιμο διασυρμό της χώρας μας, με στόχο την τοποθέτηση της διεθνούς κοινής γνώμης εναντίον μας – γεγονότα που σίγουρα δεν διευκολύνουν τις όποιες προσπάθειες εξυγίανσης της οικονομίας μας, οι οποίες θα ήταν σημαντικά ευκολότερες, εάν η Γερμανία εξοφλούσε αυτά που μας οφείλει (πολεμικές επανορθώσεις).  
Άλλωστε, δεν είναι άμοιρη ευθυνών και η Γερμανία για τη διαφθορά στη χώρα μας – αφού η γερμανική ιδίως βιομηχανία ήταν αυτή, η οποία διέφθειρε «ανερυθρίαστα» και χωρίς κανέναν ηθικό ενδοιασμό, για ολόκληρες δεκαετίες τις κυβερνήσεις μας. Η Siemens, η MAN, η Daimler και η Thyssen/HDW, οι τέσσερις αυτοί μεγάλοι βιομηχανικοί όμιλοι, έχουν γράψει αναμφίβολα «Ιστορία διαφθοράς» στην Ελλάδα.
Ας μην ξεχνάμε δε ότι, οι πολεμικές βιομηχανίες της Γερμανίας δεν είχαν κανένα πρόβλημα να πλημμυρίσουν με όπλα μία χώρα,την πρώτη σε κατά κεφαλήν εξοπλιστικό κόστος μεταξύ όλων των χωρών του ΝΑΤΟ, η οποία δεν είχε φυσικά τη δυνατότητα να τα πληρώνει. Ακόμη και το 2010, όταν η Ελλάδα δήλωνε αδυναμία πληρωμών, ενώ γινόταν εισαγγελικές έρευνες για τα τεράστια σκάνδαλα διαφθοράς, η Γερμανία την υποχρέωσε να αγοράσει δύο υποβρύχια – να χρεωθεί δηλαδή με 1 δις €, παρά το ότι ήταν ουσιαστικά χρεοκοπημένη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, εάν η Ελλάδα δεν επιβαρυνόταν με εξοπλιστικά προγράμματα, όπως όλοι οι υπόλοιποι «εταίροι» της, το δημόσιο χρέος της δεν θα ξεπερνούσε σήμερα το 60% του ΑΕΠ της – παρά την κακή διαχείριση των οικονομικών της, από όλες ανεξαιρέτως τις κυβερνήσεις της τα τελευταία 30 χρόνια (ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, η μείωση των εξοπλιστικών προγραμμάτων μας θα ήταν ουτοπική, εάν εξερχόμαστε από την ΕΕ - ενώ η έξοδος από την Ευρωζώνη προϋποθέτει την έξοδο από την ΕΕ).  
Ολοκληρώνοντας την εισαγωγή μας, αυτός που απειλεί να καταστρέψει την Ευρωζώνη δεν είναι προφανώς η Ελλάδα,αλλά ο απίστευτα παράλογος «χρηματοπολιτικός δογματισμός» της γερμανικής κυβέρνησης – η οποία υπεραμύνεται των τραπεζών (εγκρίνοντας τον απεριόριστο δανεισμό τους από την ΕΚΤ με 1%, την αγορά ομολόγων του δημοσίου με άνω του 5% ή/και τη διάσωση τους από τους Ευρωπαίους φορολογουμένους), απαγορεύοντας παράλληλα στα κράτη να «απολαύσουν» ανάλογες διευκολύνσεις.
Ουσιαστικά δηλαδή, η Γερμανία (σε καμία περίπτωση οι Γερμανοί Πολίτες, οι οποίοι υποφέρουν τα πάνδεινα από την ηγεσία τους) είναι αυτή, η οποία συνεχίζει να ενισχύει τις τράπεζες, εις βάρος των κρατών και των Πολιτών της Ευρώπης – αυτή η οποία έχει επιβάλλει τη δικτατορία των τραπεζών, προφασιζόμενη την «επιβουλή» των αγορών και τις «αιμοβόρες» επιθέσεις του διεθνούς χρηματοπιστωτικού συστήματος (ενδεχομένως στα πλαίσια της αντιπαράθεσης της με τις Η.Π.Α. και τηνΚίνα, με στόχο την απολυταρχική ηγεσία της Ευρώπης, ή για οποιονδήποτε άλλο λόγο).         
Ανεξάρτητα από τα παραπάνω, όλοι όσοι υποστηρίζουν την επιστροφή στη δραχμή, πόσο μάλλον χωρίς τη «μεσολάβηση» ενός άλλου νομίσματος και μίας άλλης κεντρικής τράπεζας (θα μπορούσε να είναι η ελβετική κεντρική τράπεζα και το φράγκο ή κάποιο άλλο νόμισμα, εάν δεν ήθελε κανείς το δολάριο και τη Fed), δεν είναι δυνατόν να μην γνωρίζουν ότι, κάτι τέτοιο θα ήταν καταστροφικό, εν μέσω μίας κρίσης δανεισμού και χρέους – η οποία έχει αναγκάσει τη χώρα μας να αποκοπεί από τις αγορές.
Εν τούτοις, έχουν ένα καταλυτικό επιχείρημα, με το οποίο δύσκολα μπορεί κανείς να αντιπαρατεθεί: πρόκειται για μία λύση, η οποία εξαρτάται αποκλειστικά και μόνο από εμάς - για μία εθνικά υπερήφανη λύση, η οποία τουλάχιστον θα εξασφάλιζε την αξιοπρέπεια και την ελευθερία μας.
Εάν λοιπόν, όπως ισχυρίζονται οι υπέρμαχοι της δραχμής, δεν θέλουμε να γίνουμε προτεκτοράτο της Γερμανίας, εάν προέχει η εθνική μας κυριαρχία, αφού είναι αδύνατον να υπάρξει ισότιμη συνύπαρξη όλων των χωρών εντός της Ευρωζώνης, καθώς επίσης επειδή είναι ανέφικτη η πολιτική και δημοσιονομική ένωση της Ε.Ε., στα «πρότυπα» των Η.Π.Α., πόσο μάλλον αφούπρόκειται καθαρά για μία Ευρώπη των τραπεζών και του Καρτέλ, πως είναι δυνατόν να παραμείνουμε κράτος-μέλος και πως μπορούμε να περιμένουμε συμφέρουσες για τη χώρα μας αποφάσεις, οι οποίες προϋποθέτουν την ανύπαρκτη αλληλεγγύη και τη βοήθεια των ισχυρών της ένωσης;
Χωρίς να ισχυριζόμαστε ότι υπάρχουν εύκολες λύσεις ή καθαρές απαντήσεις στα παραπάνω, εμείς έχουμε την άποψη ότι, εάν θέλουμε να διατηρήσουμε σε κάποιο βαθμό το βιοτικό μας επίπεδο και την εθνική μας κυριαρχία, οφείλουμε να αγωνισθούμε με στόχο την «εξομάλυνση» της Ευρωζώνης – ξεκινώντας από τη μεθοδική επίλυση των δικών μας προβλημάτων. Η γεωπολιτική μας θέση, η ανεπάρκεια της πολιτικής μας ηγεσίας (η οποία δεν πρόκειται να αλλάξει απλά και μόνο με την υιοθέτηση της δραχμής), το δημόσιο χρέος, τα «δίδυμα ελλείμματα», καθώς επίσης τα υπόλοιπα δυσμενή μεγέθη της οικονομίας μας, είναι πολύ δύσκολο να μας επιτρέψουν ένα βιώσιμο, ελεύθερο μέλλον, εάν τυχόν εγκαταλείψουμε μονομερώς την Ευρωζώνη.
Όσον αφορά τώρα τα δήθεν ευεργετικά αποτελέσματα της υιοθέτησης ενός εθνικού νομίσματος, τα οποία εστιάζονται κυρίως στην υποτίμηση του (αύξηση της ανταγωνιστικότητας λόγω μείωσης του εργατικού κόστους και, κατ’ επακόλουθο, μείωσης των τιμών των εγχώριων προϊόντων και υπηρεσιών – αύξηση των τιμών των εισαγομένων), έχουμε τη γνώμη ότι, έχει περάσει πλέον εκείνη η εποχή, κατά την οποία «κοροϊδεύονταν» οι εργαζόμενοι - με το «εργαλείο» της πληθωριστικής υποτίμησης των μισθών τους. Η εσωτερική, ξεκάθαρη υποτίμηση, η οποία σήμερα επιχειρείται, έχει ακριβώς τα ίδια πλεονεκτήματα – με εξαίρεση το ότι, γίνεται αμέσως αντιληπτή από τους εργαζομένους.
Εν τούτοις, το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το ύψος των μισθών (συμμετέχουν με συντελεστή 1 στο παραγόμενο προϊόν, όταν στη Γερμανία ο συντελεστής είναι 1,7), αλλά η παραγωγικότητα των εργαζομένων – η οποία είναι πάρα πολύ χαμηλή τόσο στο δημόσιο, όσο και στον ιδιωτικό τομέα. Ένα επίσης μεγάλο πρόβλημα είναι η ανυπαρξία παραγωγικών επενδύσεων, από τις οποίες εξαρτάται κυρίως η πολυπόθητη ανάπτυξη – γεγονός που οφείλεται αφενός μεν στη χαμηλή παραγωγικότητα των εργαζομένων, αφετέρου στη γραφειοκρατία, καθώς επίσης στην έλλειψη σταθερού/ορθολογικού επιχειρηματικού και φορολογικού πλαισίου.
Όλα αυτά τα προβλήματα, όπως και πολλά άλλα, μεταξύ των οποίων θεωρούμε ως σημαντικότερο την πολιτική ανεπάρκεια ή/και τη διαφθορά, δεν πρόκειται να λυθούν «ως εκ θαύματος», απλά και μόνο με την επιστροφή στη δραχμή. Αντίθετα, πρόκειται για μία επίπονη, μακρόχρονη διαδικασία, η οποία δεν επιβαρύνεται σημαντικά από τη συμμετοχή μας στο κοινό νόμισμα – ενώ είναι δυνατόν να ωφεληθεί η Ελλάδα, εάν η Ευρωζώνη εκλογικευθεί και εάν ασχοληθεί σοβαρά με τα προβλήματα των επί μέρους οικονομιών της (κάτι που θεωρούμε εξαιρετικά πιθανόν να συμβεί εντός του 2012).  
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΕΚΤ
Όλοι συμφωνούν σχετικά με το ότι η Ευρωζώνη δεν πρόκειται να επιβιώσει, χωρίς την εγγύηση της ΕΚΤ για τα ομόλογα δανεισμού των κρατών. Επειδή όμως η ΕΚΤ δεν έχει τη δυνατότητα να αγοράζει κρατικά ομόλογα (επιτρέπεται μόνο στη δευτερογενή αγορά), αφού απαγορεύεται από τη συμφωνία του Μάαστριχτ, ο μοναδικός δρόμος είναι η εκχώρηση μίας τραπεζικής άδειας στο μηχανισμό σταθερότητας (EFSF) - έτσι ώστε να δανείζεται αυτός χρήματα από την ΕΚΤ και να αγοράζει τα ομόλογα εκείνων των χωρών, οι οποίες αδυνατούν να απευθυνθούν στις αγορές, δανειζόμενες με βιώσιμα επιτόκια.
Φυσικά, ο μηχανισμός σταθερότητας θα αγόραζε ομόλογα δημοσίου, υπό την προϋπόθεση της παρουσίασης και εφαρμογής προγραμμάτων εξυγίανσης των προϋπολογισμών, εκ μέρους των κυβερνήσεων των χωρών, οι οποίες θα απευθυνόταν στον ίδιο για δανεισμό (το ενδεχόμενο αυτό θα διευκόλυνε και τη Γερμανία, η κεντρική τράπεζα της οποίας δανείζει τις άλλες κεντρικές τράπεζες της Ευρωζώνης μέσω της ΕΚΤ – γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την έκθεση της σε επισφαλείς πιστώσεις, ύψους περί τα 500 δις €).    
Η γερμανική ηγεσία όμως αντιδράει σε μία τέτοια προοπτική ισχυριζόμενη ότι, θα επρόκειτο για μία «μονεταριστική αντιμετώπιση» του δημοσίου χρέους και για μία «άδεια εκτύπωσης χρημάτων» στην ΕΚΤ – προφανώς αιτιολογημένα, αφού πράγματι θα συνέβαινε κάτι τέτοιο.
Εν τούτοις, αυτό ακριβώς κάνουν και έκαναν οι ιδιωτικές εμπορικές τράπεζες ανέκαθεν: δανείζονται χρήματα από την ΕΚΤ με χαμηλά επιτόκια και τα δανείζουν στα κράτη, αγοράζοντας τα ομόλογα τους – με αρκετά μεγάλα ποσοστά κέρδους. Στη συνέχεια, τοποθετούν τα ομόλογα σαν εγγύηση στην ΕΚΤ, λαμβάνουν νέα δάνεια, τα δανείζουν ξανά στα κράτη κοκ. – κάτι που ερμηνεύεται ως ένα διαρκές πρόγραμμα επιδότησης του τραπεζικού κλάδου, αφού οι τράπεζες κερδίζουν χρήματα, χωρίς να επενδύουν ούτε ένα σεντς από τα ίδια κεφάλαια τους.
Επομένως η δημιουργία χρημάτων από το πουθενά, με κέρδη για τις τράπεζες, είναι θεμιτή κατά τη δογματική Γερμανία – ενώ παραδόξως δεν συμβαίνει το ίδιο, εάν η δημιουργία χρημάτων λειτουργεί μέσα από ένα κοινό τραπεζικό ινστιτούτο (ΕΚΤ), τα κέρδη του οποίου μοιράζονται από τους Πολίτες των κρατών-μελών της Ευρωζώνης! Η αιτία είναι, πάντοτε κατά τη Γερμανία, το ότι, η αύξηση των χρημάτων, με «εντολή» της εκάστοτε πολιτικής ηγεσίας, δημιουργεί υποχρεωτικά πληθωρισμό – επομένως, πρόκειται για μία μεγάλη κοινωνική αδικία, αφού σε τελική ανάλυση ο (υπέρ)πληθωρισμός επιβαρύνει δυσανάλογα Πολίτες και κράτη.
Η στρατηγική όμως αυτή, παρά το ότι λειτουργεί σε πάρα πολλές χώρες (Η.Π.Α., Ιαπωνία, Ελβετία, Μ. Βρετανία κλπ.), δεν έχει οδηγήσει στον πληθωριστικό Αρμαγγεδώνα, στον οποίο αναφέρεται η Γερμανία – πιθανότατα επειδή το νέο χρήμα που δημιουργείται, εξισορροπεί τα μειωμένα έσοδα των κρατών, τα οποία οφείλονται στην ύφεση των οικονομιών τους. Επομένως,τις προστατεύει από την πλήρη κατάρρευση, ενώ δεν τις απομονώνει από τις αγορές – γεγονός που τεκμηριώνεται από το ότι, η Βρετανία δανείζεται με χαμηλότερα επιτόκια, σε σχέση με τη Γερμανία, παρά το τεράστιο έλλειμμα του προϋπολογισμού της, το οποίο είναι πολλαπλάσιο του γερμανικού.
Περαιτέρω, όλες οι ευρισκόμενες σε κρίση Οικονομίες, εντός και εκτός της Ευρωζώνης, είναι πολύ μακριά από την πλήρη εκμετάλλευση των παραγωγικών δυνατοτήτων τους – μπορούν δηλαδή να παράγουν πολύ περισσότερα, από αυτά που μπορούν να πουλήσουν, χωρίς να χρειαστούν νέες επενδύσεις.
Επομένως, η δημιουργία (εκτύπωση) χρημάτων θα μπορούσε τότε μόνο να προκαλέσει πληθωρισμό, εάν η εξ αυτής μεγαλύτερη παροχή πιστώσεων θα είχε σαν αποτέλεσμα μία πολύ ισχυρή «πυροδότηση» της Ζήτησης, η οποία θα οδηγούσε σε πολύ υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης – οπότε σε νέες επενδύσεις, για την κάλυψη των παραγωγικών κενών. Όμως, κάτι τέτοιο δεν φαίνεται πουθενά στον ορίζοντα – εάν δε προκύψει, θα μπορούσε αμέσως να διορθωθεί, με τη βοήθεια υψηλότερων επιτοκίων. 
Η ΓΕΡΜΑΝΙΚΗ ΥΣΤΕΡΙΑ
Συνεχίζοντας, η μάλλον «υστερική» προειδοποίηση (warning), όσον αφορά τους κινδύνους ενός υπερπληθωρισμού, τους οποίους επισημαίνουν διαρκώς πολλοί Γερμανοί τραπεζίτες και οικονομολόγοι (κυρίως μέλη της ΕΚΤ ή της Bundesbank), παρά το ότι αρκετά χρόνια πριν από το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης δεν έκαναν απολύτως τίποτα (αν και γνώριζαν ότι, οι εμπορικές τράπεζες σχεδόν διπλασίασαν την προσφερόμενη ποσότητα χρήματος, αυξάνοντας δραματικά την παροχή πιστώσεων), είναι «ψευδεπίγραφη» - ενώ εξυπηρετεί προφανώς άλλες σκοπιμότητες.
Η τότε έντονα επεκτατική πιστωτική πολιτική των εμπορικών τραπεζών, οδήγησε αναμφίβολα στην πληθωριστική αύξηση των τιμών των ακινήτων - καθώς επίσης άλλων περιουσιακών στοιχείων. Με αυτόν τον τρόπο δημιούργησαν, ιδίως οι γερμανικές τράπεζες, «τιμολογιακές φούσκες», στο σπάσιμο των οποίων, καθώς επίσης στην ύφεση που το ακολούθησε, οφείλεται η έκρηξη του δημοσίου χρέους χωρών όπως η Ισπανία και η Ιρλανδία – στην Ελλάδα, αντίθετα, δεν έπεσε στην παγίδα ο ιδιωτικός τομέας, γεγονός που τεκμηριώνεται από τον ελάχιστο συγκριτικά δανεισμό του, αλλά ο δημόσιος (μέσα από τον τεράστιο δανεισμό του για έργα υποδομής, για τους Ολυμπιακούς αγώνες, για τα υπερβολικά εξοπλιστικά προγράμματα κλπ. - κυρίως προς όφελος της γερμανικής και γαλλικής βιομηχανίας).  
Η αδιαφορία αυτή απέναντι στις οικονομικές αλληλεπιδράσεις, συνεχίζεται με την ίδια ένταση και τον ίδιο «δογματισμό» από τη σημερινή κυβέρνηση της Γερμανίας - η οποία προωθεί καταστροφικά προγράμματα λιτότητας, «υπό την «αιγίδα» της Κομισιόν και της ΕΚΤ. Η επικέντρωση στη μείωση των δαπανών και στην εσωτερική υποτίμηση των μισθών, χωρίς κανενός είδους αναπτυξιακή πολιτική, υποσκάπτει σταθερά την πιστοληπτική ικανότητα όλων των χωρών-μελών τηςΕυρωζώνης – παρά το ότι είναι γνωστό πως σε μία Οικονομία, οι δαπάνες του ενός είναι τα έσοδα του άλλου.
Προφανώς, εάν τόσο τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, όσο και το δημόσιο μειώνουν ταυτόχρονα τα έξοδα τους, τότε εκμηδενίζεται η Ζήτηση, καθώς επίσης το ΑΕΠ – επομένως, γίνονται όλοι μαζί φτωχότεροι, ενώ το δημόσιο χρέος σε απόλυτα μεγέθη, πόσο μάλλον ως ποσοστό επί του ΑΕΠ, αυξάνεται συνεχώς. Ακριβώς αυτό συμβαίνει σήμερα σε όλη την Ευρωζώνη, στην οποία έχουν επιβληθεί «δρακόντεια» μέτρα λιτότητας – ακριβώς σε αυτόν το λόγο οφείλεται η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης των περισσοτέρων χωρών της, καθώς επίσης η απώλεια της εμπιστοσύνης των αγορών, η οποία οδηγεί σε υψηλότερα επιτόκια, σε μεγαλύτερα ελλείμματα, τα οποία εκβάλλουν σε μεγαλύτερα χρέη κοκ.     
Φυσικά ισχύει το ότι, εάν το δημόσιο χρέος είναι τόσο μεγάλο (όπως στην Ελλάδα και στην Ιταλία), η εξυπηρέτηση των τόκων επιβαρύνει δυσανάλογα την οικονομική δυνατότητα της χώρας – οπότε τα νέα δάνεια δεν αποτελούν λύση. Εν τούτοις, τα χρέη δεν είναι σε καμία περίπτωση ανεξάρτητα μεγέθη - τα χρέη του ενός δηλαδή, είναι η περιουσία του άλλου, γεγονός που αποσιωπούν σκόπιμα οι υπέρμαχοι της πολιτικής λιτότητας.
Ο ΠΛΟΥΤΟΣ ΤΩΝ ΕΘΝΩΝ
Είναι εμφανές το ότι, για να εξυπηρετηθούν τα βουνά των χρεών, θα πρέπει να συμβάλλουν τα υπερβολικά περιουσιακά στοιχεία - τα οποία, παράλληλα με τη υπερχρέωση του δημοσίου, έχουν συγκεντρωθεί στα χέρια μίας μικρής μειοψηφίας. Σύμφωνα με μελέτη της Merrill Lynchπερί τα 3 εκ. Ευρωπαίοι, έκαστος των οποίων έχει περιουσία σε μετρητά χρήματα άνω του 1 εκ. € (δεν υπολογίζονται τα ακίνητα), διαθέτουν συνολικά 10 τρις $ - επομένως, το διπλάσιο ποσόν των δημοσίων χρεών των πέντε χωρών, οι οποίες μαστίζονται από την κρίση: της Ιταλίας, της Ισπανίας, της Πορτογαλίας, της Ιρλανδίας και της Ελλάδας μαζί.
Στη Γερμανία, μόνο το 10% του πληθυσμού έχει συνολική περιουσία, συμπεριλαμβανομένων των ακινήτων, περί τα 4 τρις € - ενώ το ανώτερο 10% κερδίζει 8 φορές περισσότερα από το κατώτατο 10% των εργαζομένων. Ο Πίνακας Ι που ακολουθεί, στον οποίο καταγράφονται τα περιουσιακά στοιχεία  (financial assets) του πλανήτη, είναι αποκαλυπτικός:
ΠΙΝΑΚΑΣ Ι: Ο πλούτος των Εθνών – σε τρισεκατομμύρια $ το 2010
Κατηγορία
Η.Π.Α.
Δ. Ευρώπη
Ιαπωνία
Κίνα
Λοιπός Κ.
Σύνολο
Νοικοκυριά
27,0
23,0
11,6
6,5
17,7
85,2
Συνταξ. Ταμεία
15,0
5,3
3,3
0,5
4,2
28,3
Ασφάλειες
6,6
9,6
3,5
0,6
2,7
23,0
Ιδρύματα
1,1
0,2
0,0
0,0
0,2
1,5
Τράπεζες
4,0
11,9
6,7
3,9
4,2
30,7
Επιχειρήσεις
2,0
1,7
1,2
3,8
2,3
11,0
Κεντρικές τράπ.
2,3
1,7
1,0
2,5
4,5
12,0
Κεφάλαια*
0,1
0,6
0,0
0,7
2,9
4,3
Άλλα
0,0
0,0
0,0
1,1
1,3
2,4
Σύνολο
58,1
54,0
27,3
19,8
38,9
198,1
Sovereign wealth funds
Πηγή: McKinsey Global Institute
ΠίνακαςΒ. Βιλιάρδος
Από τον Πίνακα Ι συμπεραίνουμε πόσο πλούσιος είναι ο δυτικός κόσμος (Η.Π.Α., Δυτική Ευρώπη και Ιαπωνία), σε σύγκριση με όλο τον υπόλοιπο πλανήτη – επομένως, τις δυνατότητες του να διαχειριστεί με επιτυχία την κρίση χρέους, παρά τα συνεχή καταστροφολογικά σενάρια, με τα οποία «βομβαρδιζόμαστε» τα τελευταία χρόνια, μετά το ξέσπασμα της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Εκτός αυτού, οι επενδυτές της δύσης ελέγχουν το 79% των παγκοσμίων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία πλησιάζουν τα 200 τρις $.   
Περαιτέρω, από τον Πίνακα Ι βρίσκουμε απάντηση στα «παιδαριώδη» ερωτήματα μας, σχετικά με το εάν υπάρχουν ή όχι τα χρήματα, τα οποία οφείλουν κράτη και ιδιώτες. Προφανώς και υπάρχουν, ενώ είναι κατά πολύ περισσότερα από τα χρέη όλων των κρατών μαζί – αφού η αγορά ομολόγων υπολογίζεται στα 24 τρις $ (πηγή: Spiegel), ενώ ο συνολικός πλούτος μόνο των νοικοκυριών είναι 85 τρις $.
Ίσως οφείλουμε να σημειώσουμε εδώ ότι, όσο αφορά τα νοικοκυριά, στις Η.Π.Α. τοποθετούν το 42% των χρημάτων τους σε μετοχές, ενώ στη δυτική Ευρώπη το 29% - στη Μ. Βρετανία το 29% (από 45% το 2000), στη Γαλλία το 25% και στη Γερμανία το 19%. Στην Ιαπωνία μόλις το 10% είναι τοποθετημένο σε μετοχές - από το 30% πριν από τη χρηματιστηριακή κρίση (1989-90) Ο Πίνακας ΙΙ που ακολουθεί αναφέρεται στην κατανομή του παγκόσμιου πλούτου ανά κατηγορία:
ΠΙΝΑΚΑΣ ΙΙ: Κατανομή του παγκόσμιου πλούτου ανά κατηγορία
Κατηγορία
Σε ποσοστά επί συνόλου
Σε τρις $
Νοικοκυριά
43%
85,0
Τράπεζες
15%
30,7
Συνταξιοδοτικά ταμεία
14%
28,3
Ασφαλιστικές εταιρείες
12%
23,0
Κεντρικές τράπεζες
6%
12,0
Επιχειρήσεις
6%
11,0
Λοιπά
4%
8,1
Σύνολο
100%
198,1
Πηγή: McKinsey Global Institute
ΠίνακαςΒ. Βιλιάρδος   
Όπως φαίνεται από τον Πίνακα ΙΙ, τα νοικοκυριά, οι τράπεζες, τα συνταξιοδοτικά ταμεία και οι ασφάλειες συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πλούτου, το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ τα δημόσια χρέη όλων των κρατών – επίσης το παγκόσμιο ΑΕΠ, το οποίο υπολογίζεται σήμερα στα 70 τρις $ (εκ των οποίων τα 55 τρις $ είναι οι αμοιβές των εργαζομένων παγκοσμίως, οι οποίοι υπολογίζονται στα 3,1 δις ανθρώπους). Επομένως, το πρόβλημα ευρίσκεται στη μη ισορροπημένη κατανομή των εισοδημάτων και όχι στην έλλειψη χρημάτων, σε σχέση με τα χρέη – δημόσια και ιδιωτικά.  
Η ΑΝΑΔΙΑΝΟΜΗ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ
Αυτό που απαιτείται λοιπόν είναι μία δίκαιη αναδιανομή των εισοδημάτων – όπου η εξυγίανση των προϋπολογισμών δεν θα προέρχεται από την αύξηση των εσόδων των κρατών εις βάρος εκείνων, η μείωση των μισθών των οποίων οδηγεί σε περιορισμό της Ζήτησης. Δηλαδή, η αύξηση των εσόδων των κρατών, η οποία απαιτείται για τη μείωση των χρεών τους,οφείλει να προέλθει από αυτούς, οι οποίοι δεν τα καταναλώνουν για την κάλυψη των αναγκών τους – αλλά τα αποταμιεύουν και τα επενδύουν, κερδίζοντας συνεχώς περισσότερα. Μόνο έτσι θα αυξηθεί η Ζήτηση, θα υπάρξει ανάπτυξη, θα ακολουθήσουν επενδύσεις και θα ενταθεί η απασχόληση.  
Η άποψη μας αυτή δεν έχει καμία απολύτως σχέση με σοσιαλιστικές ή με ανάλογες άλλες πολιτικές. Αντίθετα, έχει άμεση σχέση με τις απαραίτητες πλέον προϋποθέσεις διατήρησης του καπιταλιστικού συστήματος, το οποίο σήμερα κινδυνεύει πολύ σοβαρά να καταρρεύσει, από τη δυναμική και τα χαρακτηριστικά των υπερσυσσωρεμένων χρημάτων - τα οποία αποκτήθηκαν σταδιακά, από την καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής πλούτου.
Τα χρήματα αυτά, οι υπερβολικές αποταμιεύσεις δηλαδή στις τράπεζες, στα συνταξιοδοτικά ταμεία, στις ασφάλειες κλπ., έχουν αυτονομηθεί – έχουν συγκεντρωθεί λοιπόν και διαχειρίζονται από τις «αγορές» (παραγώγων, μετοχών, συναλλάγματος, ομολόγων κλπ.), με έναν τρόπο ο οποίος απειλεί να καταστρέψει ολόκληρο τον πλανήτη. Επομένως, είναι επείγον και απολύτως απαραίτητο να αναδιανεμηθούν - αφού μόνο έτσι θα «απασφαλισθεί» η ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια του συστήματος.  
Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να συμβεί με τη βοήθεια της υποχρεωτικής αγοράς ομολόγων μηδενικού επιτοκίου, από αυτούς που διαθέτουν πολλά χρήματα ή με την επιβολή μίας έκτακτης, ετήσιας εισφοράς 2%, σε αυτούς που διαθέτουν περιουσία μεγαλύτερη των 500 χιλ. € - όπως είχε κάνει η Γερμανία, μετά το 2ο παγκόσμιο πόλεμο, για να αποπληρώσει το υπόλοιπο χρέος της (της είχε επιτραπεί η διαγραφή του 50%, με χαμηλά επιτόκια και επιμήκυνση του χρόνου αποπληρωμής των υπολοίπων).
Μία άλλη λύση θα ήταν αυτή που πρότεινε η Boston Consulting, η οποία υπολόγισε ότι, το συσσωρεμένο δημόσιο και ιδιωτικό χρέος σε όλη την ΕΕ θα μπορούσε να επανέλθει σε φυσιολογικά επίπεδα, εάν επιβαλλόταν μία έκτακτη εισφορά ύψους 30%, επί των περιουσιακών στοιχείων των Ευρωπαίων, τα οποία υπερβαίνουν τις 500 χιλ. € ανά άτομο - όπου η φορολογία αυτή (30%) αντιπροσωπεύει ουσιαστικά την «πλασματική υπεραξία» των συγκεκριμένων περιουσιακών στοιχείων, τα οποία έτσι θα επανερχόταν στη φυσιολογική τους αξιολόγηση.
Το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί και στην Ελλάδα, όπως έχουμε αναλύσει στο άρθρο μας «Ο μηδενισμός του χρέους», ήδη από τα μέσα του 2010 – πόσο μάλλον όταν η ακίνητη περιουσία των Ελλήνων, με κριτήριο την πρόσφατη ειδική εισφορά, υπολογίζεται στο 1 τρις € (η ειδική εισφορά, την οποία πληρώσαμε το 2011, ισούται με το 1/500 περίπου της αξίας των ακινήτων, ενώ τα προσδοκόμενα έσοδα για το δημόσιο είναι της τάξης των 2 δις €).
Το 30% θα ήταν περί τα 300 δις € (2% ετήσια για 15 χρόνια) ενώ, εάν συνοδευόταν από αντίστοιχη ειδική εισφορά επί των καταθέσεων (περί τα 180 δις € εντός Ελλάδας), θα μηδενιζόταν το δημόσιο χρέος μας – μία επώδυνη λύση, η οποία όμως εξασφαλίζει την εθνική μας κυριαρχία, αφού δεν εξαρτάται από τη βοήθεια άλλων, αλλά μόνο από εμάς. Η λύση αυτή βέβαια, η οποία ουσιαστικά δεν θα κόστιζε τίποτα, επειδή τα έσοδα και η αξία του υπολοίπου 70% θα πολλαπλασιαζόταν (για παράδειγμα, εάν σήμερα εισπράττεται ενοίκιο από ένα ακίνητο της τάξης των 300 €, σε συνθήκες ανάπτυξης θα αυξανόταν), θα είχε τότε μόνο νόημα, εάν η ειδική εισφορά και η φορολόγηση οδηγούταν στην εξυγίανση του κράτους, στην αύξηση της απασχόλησης και στη δημιουργία συνθηκών ανάπτυξης.  
Ειδικά όσον αφορά την Ελλάδα, απέναντι στο δημόσιο χρέος της ευρίσκεται μία πολύ μεγάλη δημόσια περιουσία (μηδενική σε αρκετές άλλες χώρες), καθώς επίσης ένας τεράστιος υπόγειος πλούτος – οπότε είναι εντελώς αδικαιολόγητη η συλλογική απαισιοδοξία, απλά και μόνο επειδή δεν έχουμε μία κυβέρνηση, ικανή να διαχειριστεί σωστά τον εθνικό μας πλούτο,έτσι ώστε να παράγει αποτελεσματικά, υπερκαλύπτοντας με τα καθαρά έσοδα του τα χρέη μας. Επίσης αδικαιολόγητη ήταν ηεισβολή του ΔΝΤ στη χώρα μας, καθώς επίσης η συνέχιση της παραμονής του, αφού ήταν ανέκαθεν γνωστές οι εγκληματικές μεθοδεύσεις και οι στόχοι του – η λεηλασία της δημόσιας και ιδιωτικής περιουσίας.         
Κλείνοντας, ανεξάρτητα από ποια «εργαλεία» θα επιλέξει κανείς για την επίλυση της κρίσης χρέους, αποφασιστικής σημασίας είναι να αναγνωρίσει επιτέλους τόσο η Ελλάδα, όσο και η Ευρωζώνη ότι, η κρίση είναι στενά συνδεδεμένη με τη μη ισορροπημένη κατανομή εισοδημάτων και περιουσιακών στοιχείων – γεγονός που σημαίνει πως είναι αδύνατον να αντιμετωπισθεί με μία μονοσήμαντη πολιτική λιτότητας.
Εάν δεν επιτευχθεί λοιπόν η σταθεροποίηση των αγορών κεφαλαίου με τη βοήθεια της ΕΚΤ και εάν στη συνέχεια δεν δρομολογηθεί η αναδιανομή των εισοδημάτων/περιουσιακών στοιχείων, με τελικό στόχο τη μείωση (εάν όχι το μηδενισμό) των δημοσίων χρεών, τότε θα αποτύχει τόσο το Ευρώ, όσο και η Ευρωζώνη – επίσης η Ελλάδα, είτε επαναφέρει τη δραχμή, είτε όχι.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
Η εθνική κυριαρχία και η ελευθερία δεν εξασφαλίζονται με λόγια και με πονηρά τεχνάσματα, αλλά με έργα και με πράξεις – ενώ οφείλουμε να πληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας, χωρίς φυσικά να επιδοτούμε τις τράπεζες ή να επιβαρύνουμε δυσανάλογα τις κοινωνικές τάξεις του δικού μας ή άλλων κρατών. Οι αγορές, τις οποίες όλοι «κακολογούμε», είναι ουσιαστικά τα δικά μας χρήματα, τα οποία έχουν αυτονομηθεί και τελικά θα μας καταστρέψουν, εάν δεν σταματήσει η υπερβολική συσσώρευση τους - με τη βοήθεια της ισόρροπης κατανομής εισοδημάτων και περιουσιακών στοιχείων, προς όφελος της οικονομικής ζώνης και του οικονομικού συστήματος, τα οποία έχουμε επιλέξει.
Οι αναταραχές στην Ασία, από τον Ισλαμικό κόσμο έως τη Λατινική Αμερική, καθώς επίσης οι εξεγέρσεις των πεινασμένων στηΒόρεια Αφρική και στις Αραβικές χώρες, είναι αναμφίβολα οι προάγγελοι κινήσεων, οι οποίες δεν θα σταματήσουν στα σύνορα μας. Αρκετοί δε προβλέπουν νατοϊκούς πολέμους, όπως αυτούς στη Λιβύη, σε ολόκληρο τον πλανήτη – με αρχή τη Συρία και το Ιράν.
Άλλοι πάλι είναι πεπεισμένοι ότι, η χωρίς μελλοντικές προοπτικές νέα γενιά ολόκληρου του κόσμου θα ενωθεί κάποια στιγμή – επιτιθέμενη σε εκείνους, οι οποίοι έχουν συγκεντρώσει τα πλούτη των εθνών (στις Η.Π.Α., στην Ευρώπη και αλλού). Σε κάθε περίπτωση, φαίνεται ότι πλησιάζουμε σύντομα στο 6ο και τελευταίο στάδιο της αλυσιδωτής αντίδρασης(άρθρο μας), η οποία ξεκίνησε με τη χρηματοπιστωτική κρίση  -  στις γεωπολιτικές ανακατατάξεις όπου, εάν πράγματι η ιστορία επαναλαμβάνεται, τότε είναι πιθανόν να έχουν το χαρακτήρα ευρύτερων «φυλετικών ανακατατάξεων», με βαθύτερο «θρησκευτικό φόντο».
Στα πλαίσια αυτά θεωρούμε πολύ σημαντική την επιβίωση της Ευρωζώνης, καθώς επίσης της Ενωμένης Ευρώπης – μίας πολύ πλούσιας Ηπείρου, η οποία ίσως βρεθεί σύντομα στο στόχαστρο του υπολοίπου πλανήτη. Οφείλουμε λοιπόν να συμβάλλουμε όσο καλύτερα μπορούμε στην επίλυση των προβλημάτων της – αρχίζοντας από τη ριζική επίλυση των προβλημάτων της δικής μας Οικονομίας και της δικής μας Πολιτικής.
Σε κάθε περίπτωση, προβλέπουμε ότι το 2012 θα είναι ο καλύτερος χρόνος για επενδύσεις στην πραγματική οικονομία(όχι στο χρηματοπιστωτικό τομέα) – ειδικά στην Ελλάδα, το πρώτο εξάμηνο του ερχόμενου έτους, με κέντρο βάρους τη γεωργία και τις μικρομεσαίες, δημιουργικές επιχειρήσεις, οι οποίες θα στηρίζονται σε ένα παραγωγικό εργατικό δυναμικό. Εάν όμως δεν δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις «εγκατάστασης» της άμεσης δημοκρατίας στην Ελλάδα, στην Ευρωζώνη, στην Ευρώπη και στην υπόλοιπη Δύση, η έξοδος από την κρίση δεν θα έχει διάρκεια – θα είναι απλά ένα διάλλειμα, στον αυτοκαταστροφικό δρόμο των τελευταίων δεκαετιών.
ΥΓ: Ιστορικά, κρίσεις του μεγέθους της σημερινής τελειώνουν είτε με διαγραφή χρεών (σεισάχθεια, αναδιανομή), είτε με πολέμους – εμφυλίους, διακρατικούς ή παγκόσμιους, με στόχο την άρνηση της εξόφλησης των χρεών. Είμαστε σχεδόν βέβαιοι ότι, τόσο ο χρηματοπιστωτικός κλάδος, όσο και η γενιά μας, οι οποίοι οδήγησαν το σύστημα στο χείλος της καταστροφής, δεν θα είναι σε τέτοιο βαθμό άπληστοι, ώστε να πυροδοτήσουν τον 3ο παγκόσμιο πόλεμο – πόσο μάλλον οι Η.Π.Α., ο συνολικός πλούτος των οποίων είναι ίσος με τον αντίστοιχο όλου του υπόλοιπου κόσμου, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας (εκτός Ιαπωνίας και Δ. Ευρώπης).  
Αθήνα, 26. Δεκεμβρίου 2011

www.sofokleus10.gr

Αρχειοθήκη ιστολογίου